13 Δεκ. 2020

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΜΠΕΛΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

Παρότι η αμπελοκαλλιέργεια χάνεται στο χρόνο, αυτά τα οποία με βεβαιότητα γνωρίζουμε σχετικά είναι περιορισμένα. Οι περισσότερες πληροφορίες προέρχονται από την αρχαία γραμματεία, ενώ τα σχετικά αρχαιολογικά δεδομένα, αν και περιορισμένα, συνάδουν κατά κύριο λόγο με τις γραπτές πληροφορίες. Από τους αρχαίους συγγραφείς παραδίδονται τρεις τρόποι φύτευσης αμπελιών: με συνολική εκσκαφή του αγρού, με τάφρους και με οπές. Στην Historia Naturalis του ο Πλίνιος (XVII 35, 166/7) αναφέρει:

“στην πραγματικότητα τρεις τρόποι υπάρχουν για να φυτέψεις αμπέλι: ο καλύτερος με σκάψιμο, ο επόμενος με χαντάκια και ο τελευταίος με λάκκους?”
Σχετικές αναφορές συναντάμε στο Στράβωνα (XV 3, 11, 732) καθώς και σε ένα σύνολο αρχαίων επιγραφών.

Σε όλες τις περιπτώσεις οι τρόποι φυτέματος που έχουν εντοπιστεί είναι με τάφρους. Άλλωστε οι τάφροι και οι λάκκοι είναι οι δύο από τις τρεις μεθόδους που μπορούν να εντοπιστούν από τις ανασκαφές, γεγονός που δεν μπορεί να ισχύσει για την ολική εκσκαφή του αγρού. Από τα ανασκαφικά δεδομένα αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι το ταφρεύειν υπήρξε πιθανόν η μέθοδος που κυριαρχούσε στον ελλαδικό χώρο από τα υστεροκλασικά χρόνια έως και τον 1ο προχριστιανικό αιώνα. Γι’ αυτό ίσως και ο Στράβων αναφέρει κατ’ εξαίρεση του κανόνα ότι οι Μακεδόνες άρχισαν να φυτεύουν αμπέλια στα Σούσα σε οπές και όχι σε τάφρους, όπως θα ήταν αναμενόμενο. Οι διάφορες θέσεις πάντως που ήρθαν στο φως παρουσιάζουν μεταξύ τους διαφορές ως προς τα τεχνικά στοιχεία των τάφρων, ως προς τα μήκη, τις αποστάσεις, τα βάθη, γεγονός που οφείλεται ίσως στη σύσταση του εδάφους, στο χώμα, στις τοπικές ιδιομορφίες του κλίματος, καθώς και σε άλλους σχετικούς παράγοντες.

Οι πηγές διασώζουν τρεις τρόπους φυτέματος της αμπέλου: σε καλά βαθιά σκαμμένη γη, σε επιμήκη λαξεύματα και σε τρύπες. Ο Columella ως καλύτερο έδαφος για το αμπέλι προτείνει το αμμώδες έδαφος που έχει υγρασία στο βάθος. Επίσης αναφέρει πως το γέμισμα των λάκκων πρέπει να έχει ψιλό χαλίκι και λεπτή άμμο, ώστε να είναι μέτρια χαλαρό επάνω και σφιχτό στις ρίζες. Το βάθος για το φύτεμα του αμπελιού πρέπει να είναι γύρω στα 1,5-2 πόδια. Το πλάτος των λαξευμάτων πρέπει να είναι των 2 ποδιών ή του ενός φτυαριού. Όταν το φύτεμα γίνεται σε λάκκους, συνίσταται αυτοί να ανοίγονται πριν από ένα χρόνο, για να εκτεθούν αρκετά τα εσωτερικά τοιχώματα στις καιρικές συνθήκες. Τα φυτά δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερα από 0,30μ., να φυτεύονται την ίδια μέρα που κόβονται και τέσσερα από τα έξι μάτια να χώνονται στο χώμα για να βγάλουν βλαστούς. Κάτι τέτοιο συμβαίνει αν τα κλήματα τοποθετηθούν πλαγιαστά. Αν πάλι οι λάκκοι είναι μακριοί, τότε μπορούν να τοποθετηθούν δύο ρίζες στις δύο άκρες, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση της Πέλλας. Η απόσταση μεταξύ τους θα πρέπει να είναι 2-2,50μ., με προτεινόμενο προσανατολισμό προς τα ανατολικά.

Τα αμπέλια διασχίζονταν συνήθως από ένα μονοπάτι πλάτους περίπου 5,5μ., απ’ όπου περνούσαν οι άμαξες, ενώ υπήρχαν και άλλα μικρότερα μονοπάτια, στενότερα, πλάτους περίπου 3μ., που διασταυρώνονταν με το μεγάλο μονοπάτι.

Η τεχνική του ταφρεύειν

Η τεχνική του ταφρεύειν είναι γνωστή από την αρχαιότητα και παραδίδεται μέσα από ένα σύνολο αρχαίων πηγών. Επιπλέον πιστοποιείται σε όλες τις προαναφερθείσες θέσεις από τον ελληνικό χώρο, καθώς και από αντίστοιχες θέσεις του ελληνικού και ρωμαϊκού κόσμου, εκτός συνόρων, κυρίως στη νότια Γαλλία. Συγγραφείς όπως ο Πλίνιος, ο Στράβων, ο Ξενοφών, ο Columella αναφέρονται σ’ αυτήν ως έναν από τους τρεις τρόπους φυτέματος αμπελιών στην αρχαιότητα.

Με βάση τις υπάρχουσες πληροφορίες οι τάφροι ανοίγονταν στο χώμα ή στο βράχο. Οι διαστάσεις τους κυμαίνονταν ανάλογα με τον τρόπο του φυτέματος των πρέμνων σ’ αυτές. Το βάθος των τάφρων έπρεπε να φτάνει τα 1,5-2 πόδια, ενώ αρκετό θεωρούνταν το πλάτος ενός φτυαριού ή των δύο ποδιών. Οι μικρότερες διαστάσεις που μαρτυρούνται από τις ανασκαφές είναι μήκους 1,20μ., πλάτους 0,13μ., και βάθους 0,20μ. Σε γενικές γραμμές από τα ευρήματα αρχαίας αμπελοκαλλιέργειας που έχουν έρθει στο φως, σημειώνονται αρκετές διαφορές ως προς το μήκος και το πλάτος των τάφρων, με δύο περιπτώσεις, της Πέλλας και πιθανόν και της Νεμέας να ανταποκρίνονται περισσότερο στα λεγόμενα της αρχαίας γραμματείας. Οι περισσότεροι αμπελώνες που έχουν μελετηθεί τόσο στην Ελλάδα, όσο και στη Γαλλία, την Ιταλία, τη Μ. Βρετανία και την Κριμαία χρονολογούνται από τον 3ο αι. π.Χ. μέχρι και τον 3ο αι. μ.Χ.

Αρχαίες Αγρεπαύλεις – Το παράδειγμα από το Κομπολόι

Πολύ συχνά οι άνθρωποι που ασχολούνταν με τη γεωργία με τη μορφή κύριας ασχολίας, κατοικούσαν τον καιρό της ειρήνης στα χωριά της υπαίθρου και τα αγροκτήματά τους.