19 Απρ. 2021

ΤΟ ΑΚΑΠΝΟ ΜΕΛΙ ΣΤΗΝΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΗΤΑΝ ΤΟ ΣΟΥΠΕΡ-FOOD ΜΕΛΙ Α ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

Ακάπνιστο ή άκαπνον μέλι, καλείται εκείνο το μέλι που δεν έχει καπνιστεί. Με άλλα λόγια, κατά την διάρκεια του τρύγου, δεν χρησιμοποιήθηκε καπνός, προκειμένου το σμήνος να ηρεμήσει για να γίνει αφαίρεση εκείνων των κηρηθρών με το ζηλευτό μέλι τους.

Ιστορικά, η πρώτη αναφορά γίνεται από τον Στράβωνα στα Γεωγραφικά του χωρίς, όμως, να παρέχει τις ανάλογες λεπτομέρειες. Έπειτα, ο Πλίνιος στη Φυσική του Ιστορία, μιλά για το άκαπνον μέλι, το οποίο και το θεωρεί άριστον.
Τη δεκαετία του 20 (1927), ο Βασίλειος Φάβης με άρθρο του που είχε τίτλο “Ακάπνιστο μέλι”, διατύπωνε μια αλλιώτικη άποψη. Συγκεκριμένα, από αρχαίους και Βυζαντινούς συγγραφείς, δεν γίνεται λόγος για ακάπνιστο κατά τον τρύγο μέλι, αλλά για εκείνο που δεν έχει θερμανθεί στην πυρά και λόγω αυτής της θέρμανσης, κατά κάποιον τρόπο έχει καπνιστεί. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει, μετά από έρευνα ορισμένων ονομάτων που έδιναν σε κάποιες κατηγορίες μελιού, αλλά και λαογραφικών καταγραφών. Έτσι, κατά τον Φάβη, η μεγάλη ποσότητα μελιού που προοριζόταν για τον έμπορο, αποχωριζόταν από τις κηρήθρες με σύνθλιψη από τα χέρια και επειδή το μείγμα περιείχε ακαθαρσίες από το γόνο και νεκρές μέλισσες, τοποθετούνταν πάνω σε φωτιά. Τότε , προέκυπτε ένα εξευμενισμένο διαυγές μέλι που γινόταν περισσότερο εμπορεύσιμο.
Πρόσφατες έρευνες έχουν αποδείξει την επίδραση του καπνού, κατά τον τρύγο, στα πτητικά χαρακτηριστικά του μελιού. Μια επίδραση που επηρεάζει αρνητικά το άρωμά του, την ποιότητά του. Αυτό βέβαια είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντιμετωπιστεί στη σημερινή άσκηση της μελισσοκομίας. Μήπως, όμως, οι αρχαίοι Αθηναίοι το είχαν καταφέρει;
Στην αρχαία Αθήνα χρησιμοποιούνταν η γνωστή μονόστομη οριζόντια πήλινη κυψέλη. Ένας τύπος που ακόμη και στη σύγχρονη αναπαράσταση του τρύγου της, είναι αδύνατον να μην γίνει χρήση του καπνού. Ενώ, λόγω της κατασκευής της, αφού διέθετε μόνο μία είσοδο, ο καπνός επηρέαζε εξαιρετικά το παραγόμενο μέλι.
Αλλά, η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στην επιφάνεια μαζί με τις πήλινες κυψέλες και έναν μεγάλο αριθμό δακτυλίων που όπως αποδείχθηκε στην πορεία, αποτελούσαν προεκτήματά τους. Συγκεκριμένα, η αύξηση μήκους που πρόσδιδαν στο κυρίως σώμα, έδιναν την ευκαιρία στις μέλισσες να κτίσουν επιπλέον δύο έως τρεις κηρήθρες. Βέβαια, αυτό επιτυγχάνονταν μόνο στην περίπτωση που και υπόλοιπες ήταν κτισμένες παράλληλα με το στόμιο της κυψέλης.
Στις κυκλάδες
 
Τα έλεγαν διψέλια, που «φύτρωναν» στις μάντρες των χωραφιών και έτσι διατηρούσαν και προστάτευαν τις κυψέλες τους οι μελισσοκόμοι τα παλαιά χρόνια από τις σκληρές καιρικές συνθήκες του Αιγαίου πελάγους. Αυτό συνήθιζαν να κάνουν οι μελισσοκόμοι στη Σίφνο.ήταν πήλινες κυψέλες που ήταν και γνωστές ως μελισσότρυπες ή στα σιφνέικα «μελισσότρυπφες».

Το διψέλι ήταν πήλινο δοχείο κωνικού σχήματος με ύψος γύρω στα εβδομήντα με ογδόντα εκατοστά, που στένευε κάτω στον πυθμένα και ήταν περίπου είκοσι εκατοστά και στο επάνω μέρος του το στόμιο ήταν κατά 15 εκατοστά πιο μεγάλο (35 εκατ.). Το στόμιο το έκλειναν με ένα πήλινο καπάκι στο οποίο υπήρχαν μικρές τρύπες, ίσα που να χωρούσε να περνάει μία μέλισσα. Το τοποθετούσαν όχι σε όρθια αλλά σε πλάγια θέση, ώστε να μην πιάνει μεγάλη επιφάνεια, καθώς ήταν επικίνδυνο να χτυπηθεί από κάποια αιτία και να σπάσει. Ετσι επινοήθηκαν και οι εσοχές, οι ειδικές θέσεις σκαμμένες στους τοίχους, που είχαν το ανάλογο βάθος για να χωράει μέσα ολόκληρο το διψέλι, η πήλινη κυψέλη. Στο άνοιγμα της εσοχής βρισκόταν το στόμιο με το καπάκι με τις τρύπες στο μέγεθος ενός εντόμου.

Με αυτόν τον τρόπο οι μελισσοκόμοι προφύλασσαν τις κυψέλες μελισσών από την κακοκαιρία, τη βροχή, ή την υπερβολική ζέστη. Με το πολύ κρύο το μελίσσι θα υπέφερε και θα χανόταν. Και με την πολλή ζέστη, όταν ο ήλιος θα χτυπούσε την κυψέλη σε όλη της την επιφάνεια, οι κηρήθρες θα έλιωναν και θα καταστρέφονταν.

Κατά την αρχαιότητα, στην Ελλάδα η μέλισσα, το μέλι, το κερί είχαν περίοπτη θέση.

Στους κλασικούς αλλά και στους ελληνιστικούς χρόνους η ενασχόληση με τη μελισσοκομία σε αγροτικές περιοχές είναι συστηματική. Συμπεραίνεται μάλιστα, από τα περισσότερα των 40 ονομάτων δοχείων που υπήρχαν τότε για τη μεταφορά του μελιού, ότι το εμπόριο βρισκόταν σε μία ακμάζουσα φάση κερδοφορίας.